Γυναίκες αιτούντες άσυλο, μονογονεϊκές οικογένειες και ‘αποχωρισμένα παιδιά’

Βασική έρευνα που χρηματοδοτήθηκε το 2004, αναφέρεται σε μία συνεργασία του Τμήματος Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών με το τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, σχετικά με τους πρόσφυγες στην Ελλάδα.

«Από τις λαϊκές αγορές, στις οικογενειακές επιχειρήσεις, στα Russian markets: μια οριζόντια οικονομία των «φτωχών» ως στρατηγική επιβίωσης των επαναπατρισθέντων από την πρώην ΕΣΣΔ από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έως και σήμερα.»

H έρευνα εξετάζει τα οικονομικά δίκτυα των «παλινοστούντων» απ’την πρώην ΕΣΣΔ στη Θεσσαλονίκη και τους διάφορους τρόπους με τους οποίους επηρεάζουν (και επηρεάζονται από) την κινητικότητα και τις μεταναστευτικές πρακτικές αλλά και τον τρόπο διαμόρφωσης νέων και παλιών διασπορικών κοινοτήτων.

‘Υστερα από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης περισσότεροι από 150 χιλιάδες ελληνικής καταγωγής μετανάστευσαν στην Ελλάδα (ή «επέστρεψαν» σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση), σε μια προσπάθεια να ξαναχτίσουν τις ζωές τους απ’το μηδέν στην «πατρίδα των προγόνων» τους. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 ενεπλάκησαν σε μια σειρά από οικονομικές δραστηριότητες (κυρίως εντός της ανεπίσημης οικονομίας και χάρη στους ελαστικούς κρατικούς ελέγχους) οι οποίες συχνά προϋπόθεταν διεθνική κινητικότητα. Η αγορά γούνας, η τουριστική βιομηχανία, ο τομέας των κατασκευών και οι λαϊκές αγορές αποτέλεσαν προνομιακά πεδία εργασίας και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στα οποία οι ρωσόφωνοι μετα-σοβιετικοί Έλληνες βρήκαν θέση χάρη στην σκληρή δουλειά και τα κατάλληλα διασπορικά δίκτυα και τα δίκτυα συγγένειας. Παρά το γεγονός οτι θεωρούσαν την Ελλάδα ως την «τελική πατρίδα» τους, οι διεθνικές πρακτικές και στρατηγικές των παλινοστούντων δεν σταμάτησαν ποτέ να λαμβάνουν χώρα τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Χώρες όπως η Γερμανία, η Κύπρος ή η Μεγάλη Βρετανία αποδείχθηκαν προσφιλείς προορισμοί που φιλοξένησαν, έστω και προσωρινά, αρκετούς μετα-σοβιετικούς πληθυσμούς, συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων. Η ελληνική κρίση του 2010 και η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης που ακολούθησε, επέτειναν τις τάσεις (επανα)μετανάστευσης προς την δυτική Ευρώπη, μαζί με πρακτικές επιστροφής προς την νότια Ρωσσία.

Ο σκοπός της έρευνας μας η οποία βασίστηκε σε ημι-δομημένες συνεντεύξεις με παλινοστούντες και εκτεταμένη έρευνα πεδίου σε επιχείρηση που ανήκει σε Έλληνες της πρώην ΕΣΣΔ, είναι να εξερευνήσει την διάδραση ανάμεσα σε στρατηγικές μετανάστευσης, οικονομικά δίκτυα και διασπορικές κοινότητες και ταυτόχρονα να θέσει ερωτήματα σχετικά με τα στερεότυπα γύρω από τις έννοιες της «ελληνικότητας» ή της «ποντιακότητας» που βασίζονται στον μύθο της «τελικής» ή «αιώνιας» πατρίδας. Η αναζήτηση των διασυνδέσεων γύρω απ’την άνοδο και πτώση συγκεκριμένων οικονομικών τομέων και την μετα-σοβιετική κινητικότητα όπως εκφράζεται μέσα απ’την ελληνική περίπτωση, αποκαλύπτει διάφορες οικονομικές και μεταναστευτικές πρακτικές ενθυλακωμένες στις κοινωνικές και πολιτισμικές νόρμες των διασπορικών κοινοτήτων των παλιννοστούντων.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τους μεταδιδακτορικούς ερευνητές Δημήτρη Καταϊφτσή και Αναστάσιο Γρηγοράκη, υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας του τμήματος ΒΣΑΣ Ευτυχίας Βουτυρά.

Πληροφορίες ένταξης πράξης ΕΣΠΑ: https://empedu.gov.gr/decision/apo-tis-laikes-agores-stis-oikogeneiakes-epicheiriseis-sta-russian-markets-mia-orizontia-oikonomia-ton-quot-ftochon-quot-os-stratigiki-epiviosis-ton-epanapatristhenton-apo-tin-proin-essd-apo-ta-mesa-t/

«Γυναικείες καμπάνιες, κινηματική δράση και ακαδημαϊκές πρακτικές στο Λίβανο και την Τυνησία μετά την Αραβική άνοιξη»

ΒΑΣΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ  ΕΛΚΕ ΠΑΜΑΚ, ΣΤ’ ΚΥΚΛΟΣ,
Επ. Υπεύθυνη  καθηγήτρια Φωτεινή Τσιμπιρίδου, 2019-2020, κωδικός resCom: 81358

Οι δύο εθνογραφικές αυτοψίες σε Βηρυτό και Τύνιδα  επικεντρώνονται στο είδος της κινηματικής δράσης γύρω από θέματα ευαισθητοποίησης και προώθησης της ισότητας προς όφελος των γυναικών. Η έρευνα αποτελεί ένα διηθητικό φακό εστίασης για την ανάλυση επίκαιρων ζητημάτων της καθημερινότητας των γυναικών στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Τα έμφυλα ζητήματα αιχμής,  όπως ο επιθετικός ανδρισμός, η έμφυλη βία και τα ζητήματα πατριαρχίας με πολλά πρόσωπα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, προσεγγίζονται μέσα από εστιασμένες μελέτες περιπτώσεων.  Η έρευνα ακολουθεί τη μεθοδολογία της εθνογραφικής επιτόπιας αυτοψίας και  παρακολουθεί τη διαδικτυακή δράση και τις εκδοτικές δραστηριότητες των συνομιλητών/τριών.   

«Επιτελώντας την Ασούρα στον Πειραιά: Προς μια σιιτική ποιητική ‘πολιτισμικής οικειότητας’ με ελληνικές ενσώματες πρακτικές πίστης»

Η προτεινόμενη έρευνα εξετάζει την τελετουργία της Ασούρα, όπως επιτελείται από την Πακιστανική σιιτική κοινότητα στον Πειραιά. Η Ασούρα είναι η μέρα του πένθους για το μαρτύριο του Ιμάμη Χουσσέιν: εγγονoύ του Προφήτη και Τρίτου Ιμάμη, ο οποίος ηγήθηκε μιας εξέγερσης εναντίον του Ομμαϋά Χαλίφη Γιαζίντ Ά και τελικά αποκεφαλίστηκε στην μάχη της Κερμπαλά το 680 μ.Χ. Στη μάχη αυτή βασίζεται το κεντρικό αφήγημα γύρω από το οποίο οι Σιιίτες Μουσουλμάνοι συγκροτούν την πολιτική τους ταυτότητα ως μετανάστες και την θρησκευτική τους ταυτοποίηση ως μειονότητα σε σχέση με τους Σουννίτες Μουσουλμάνους στην Ελλάδα. Η Ασούρα τιμάται κάθε χρόνο μέσω τελετουργιών θρήνου και δημοσίων ακολουθιών που συμπεριλαμβάνουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτομαστίγωμα.

Η εκτός συμφραζομένων εστίαση στην πράξη του αυτομαστιγώματος, η οποία υπερτονίζεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, επανισχυροποιεί τοπικά στερεότυπα για τις πρακτικές της σιιτικής κοινότητας ως «ασύμβατες» με «ελληνικές» πολιτισμικές αξίες. Κοινωνικές αναπαραστάσεις των Σιιτών ως «βαρβαρικών Άλλων» ανακαλούνται συχνά στο δημόσιο λόγο ώστε να υποστηρίξουν ισλαμοφοβικά και φυλετικοποιημένα αφηγήματα αντικοσμοπολιτισμού. Αντιμέτωποι ωστόσο με την ξενοφοβία και την κοινωνική αποξένωση, οι Σιίτες επιχειρούν συστηματικά να αρθρώσουν αντι-αφηγήματα «πολιτισμικής οικειότητας» (Herzfeld 2005), τα οποία δίνουν έμφαση στις ομοιότητες μεταξύ της δικής τους θρηνητικής τελετουργίας και ποικίλων ενσώματων επιτελέσεων πίστης από τα πολιτισμικά συγκείμενα του ελλαδικού χώρου, όπως το προσκύνημα στην Τήνο (Dubisch 1996) ή τα Αναστενάρια (Danforth 1989).

Η προτεινόμενη έρευνα έχει έναν τριπλό στόχο. Πρώτον, καταγράφει τον πολιτικό αγώνα της κοινότητας να προάγει διαλεκτικά και πρακτικά ένα όραμα πολιτειότητας βασισμένο σε ενσώματες και συν-αισθηματικές συνισταμένες υποκειμενικότητας. Δεύτερον, αναλύει τον πλούσιο μετασυμβολικό χαρακτήρα που η Ασούρα εκλαμβάνει σε ένα μεταναστευτικό πλαίσιο, καθώς μεταμορφώνεται σε ένα ιδίωμα έκφρασης και διαχείρησης αισθημάτων απώλειας που συνδέονται με μεταναστευτικές διαδρομές. Τρίτον, εκκινώντας από την περίπτωση της Ασσούρα, αλλά και διευρύνοντας την ερευνητική οπτική με αναφορά σε άλλα παραδείγματα θρηνητικών επιτελέσεων, εξετάζει πώς η ποιητική της «πολιτισμικής οικειότητας» αρθρώνεται εκ νέου σε σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές, με επίκεντρο τις παραστατικές τέχνες.

για περισσότερες πληροφορίες: https://www.rchumanities.gr/omada-chatziprokopiou-tsibiridou/